Η έριδα με το Φιλολογικό Γυμνάσιο

Την περίοδο 1808-1819 τα εκπαιδευτικά πράγματα στη Σμύρνη εμφανίζονται εξαιρετικά ταραγμένα και ανήσυχα. Ο «τηλαυγής», όπως χαρακτηριζόταν, «Φάρος της Ανατολής», η παλαιά της Σμύρνης Ευαγγελική Σχολή, θεωρήθηκε από τους νεωτεριστές και προοδευτικούς άνδρες της Σμύρνης, τους οπαδούς του Διαφωτισμού και των νέων προσανατολισμών και αντιλήψεων σε θέματα παιδείας, καθυστερημένο και συντηρητικό ίδρυμα, ανίκανο να ανταποκριθεί στις ανάγκες της Σμύρνης και του Έθνους γενικότερα. Οι άνδρες αυτοί ίδρυσαν το 1809 τη Νέα Δημόσια Σχολή που αργότερα μετονομάστηκε Φιλολογικόν Γυμνάσιον. Στο σχολείο αυτό δίδασκαν μερικά από τα πιο φωτεινά πνεύματα της εποχής, όπως ο σοφός διδάσκαλος του γένους Κ. Κούμας και ο περίφημος ρήτορας και πολυμαθής πρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων. Οι φωτισμένοι αυτοί πνευματικοί άνδρες πίστευαν πως, πέρα από την ελληνική γλώσσα και τα παραδοσιακά μαθήματα, οι μαθητές πρέπει να διδάσκονται και αριθμητική,   γεωμετρία,  γεωγραφία,  φυσική,  χημεία  λογική  και ηθική. Ο Κούμας έλεγε πως οι μαθητές της Ευαγγελικής Σχολής αποφοιτούν στολισμένοι με κάποιους συνδέσμους της γραμματικής αλλά τελείως γυμνοί από γνώσεις αναγκαίες για την αντιμετώπιση των πρακτικών προβλημάτων της καθημερινής ζωής. Οι υποστηρικτές πάλι της Ευαγγελικής Σχολής κατηγορούσαν αυτούς ότι αθεΐζουν και πως ερχόμενοι από τη Δύση μεταφέρουν την αθεΐα στην Ελλάδα.

Η επίσημη διδασκαλία των νέων μαθημάτων έγινε την 1η Σεπτεμβρίου 1809. Η ανταπόκριση του κόσμου υπήρξε καταπληκτική, η επιτυχία θαυμαστή και η ικανοποίηση των υπευθύνων του Φιλολογικού Γυμνασίου μεγάλη. Η αντίδραση της Ευαγγελικής Σχολής υπήρξε άμεση και έντονη. Στον αγώνα της εναντίον της νέας σχολής είχε την υποστήριξη και συμπαράσταση του Γάλλου προξένου στην αρχή και του Άγγλου την εύνοια και συνδρομή αργότερα. Ο Κούμας μάλιστα μαρτυρεί πως ο Άγγλος πρόξενος ήταν ωμός, αμαθής και παράφρων και έφθασε στο σημείο να πει πως θα κρέμαζε τον Κούμα, αν δε μεσίτευε για τη σωτηρία του ο αυστριακός πρόξενος της Σμύρνης. Πέρα από αυτό, το Πατριαρχείο είχε εκδώσει επίσημο έγγραφο εναντίον του Κούμα, πράγμα που τον έκανε να καταριέται τη στιγμή που πήγε στη Σμύρνη.

Η Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία, αν και αναγνώριζε τη σπουδαιότητα του Φιλολογικού Γυμνασίου και την αξία αυτών που δίδασκαν σ' αυτό, τάχθηκε υπέρ της Ευαγγελικής Σχολής. Στην έριδα αυτή πήραν μέρος ανώτεροι εκκλησιαστικοί λειτουργοί. Κατά του Κωνσταντίνου Κούμα ασκεί αυστηρή κριτική ο Νεόφυτος Δούκας ισχυριζόμενος πως η «Σύνοψις της Φυσικής» που εκδόθηκε από τον Κούμα δεν είναι έργο ωφέλιμο για τους Σμυρναίους και γενικότερα τους Έλληνες μαθητές.

Πάντως το Γενάρη του 1810 το Φιλολογικό Γυμνάσιο κατόρθωσε να αποκτήσει δική του στέγη και να εδραιωθεί προς μεγάλη χαρά του Α. Κοραή και σε πείσμα των αντιδράσεων άλλων και του Αθαν. Πάριου, συντηρητικού δασκάλου και φανατικού εχθρού των νεωτεριστών. Επειδή μάλιστα το προσωπικό του Φιλολογικού Γυμνασίου ήταν πολύ ανώτερο από πολλές απόψεις κέρδισε την υπεροχή απέναντι στην Παλαιά Ευαγγελική Σχολή, που προοδευτικά έφθινε και έχανε ένα μέρος από το κύρος και την αίγλη της.

Η Ευαγγελική Σχολή, για να αντιμετωπίσει το Φιλολογικό Γυμνάσιο, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα παραδοσιακά μαθήματα και τα συντηρητικά σχήματα, να διευρύνει τον κύκλο των διδασκομένων μαθημάτων και να προσαρμοσθεί στα νέα δεδομένα. Έτσι το 1810 κάλεσε τον περιώνυμο Θεόφιλο Καΐρη από την Άνδρο με σπουδές στην Πίζα και το Παρίσι, για να διδάξει φιλοσοφία και μαθηματικά. Η ανάκαμψη της Σχολής υπήρξε εντυπωσιακή και άμεση. Η αθέτηση όμως ανειλημμένων υποχρεώσεων από την πλευρά των εφόρων ανάγκασε το Θεόφιλο Καΐρη να εγκαταλείψει τη Σμύρνη στα τέλη του 18ου αϊ.

Πολλοί είχαν πιστεύσει πώς η άμιλλα των δύο « Μουσείων », όπως τα έλεγαν, δηλαδή της Ευαγγελικής Σχολής και του Φιλολογικού Γυμνασίου, προοιώνιζε μεγάλα οφέλη τόσο για τη Σμύρνη όσο και για το έθνος ολόκληρο. Όμως διαψεύσθηκαν. Η έριδα των δύο σημαντικών σμυρναικών πνευματικών ιδρυμάτων με την πάροδο του χρόνου οξυνόταν και έφθασε στο κορύφωμα της στις 16 Ιουλίου 1819, οπότε με οχλοκρατική κίνηση καταλύθηκε το Φιλολογικό Γυμνάσιο. Πάντως η σύγκρουση αυτή, σύγκρουση εκπαιδευτική αλλά και ιδεολογική, είχε και κάτι θετικό. Συσπείρωσε τις πνευματικές δυνάμεις της Σμύρνης λίγο πριν την έναρξη της Επανάστασης του 21. Οι δημογέροντες, φίλοι του Φιλολογικού Γυμνασίου, συμφιλιώθηκαν με τους επιτρόπους της παλαιάς Ευαγγελικής Σχοής και με κοινό πρωτόκολλο επικυρωμένο και από τον Πατριάρχη της Σμύρνης Άνθιμο αποφάσισαν τον Οκτώριο του 1820 να υποστηρίξουν με όλες τους τις δυνάμεις τη Σχολή, να βελτιώσουν το διδακτικό προσωπικό, να εκσυγχρονίσουν και να προσαρμόσουν τα αναλυτικά προγράμματα στα νέα εκπαιδευτικά δεδομένα και τις ανάγκες της εποχής. Προσκάλεσαν μάλιστα έναν από τους διασημότερους δασκάλους, άνδρα κατάλληλο να αναλάει τη διεύθυνση της Σχολής, το Βενιαμίν το Λεσβίο. Αυτός όμως άσκησε το έργο του μόνο για ένα εξάμηνο, γιατί η έκρηξη της Επανάστασης του '21 ανάγκασε τη Σχολή να αναστείλει τη λειτουργία της. Έτσι έληξε η δεύτερη περίοδος λειτουργίας της Ευαγγελικής Σχολής.